Διάγνωση Αρθρίτιδας

Διάγνωση Αρθρίτιδας

Η διάγνωση της αρθρίτιδας μπορεί να είναι εξαιρετικά περίπλοκη και να προκαλεί σύγχυση.

Με δεδομένο ότι υπάρχουν παραπάνω από 100 τύποι αρθρίτιδας και ρευματοειδών παθήσεων, τα συμπτώματα – και ιδιαίτερα τα πρώιμα συμπτώματα- μπορούν να αλληλοεπικαλύπτονται, καθιστώντας δύσκολη τη διάκριση των διαφόρων τύπων της νόσου.

Εκτός από την αναζήτηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε νόσου, ο θεράπων γιατρός θα εξετάσει το ατομικό ιατρικό ιστορικού του ασθενούς, θα διενεργήσει μία πλήρη κλινική εξέταση, θα ζητήσει τη διενέργεια εξετάσεων αίματος και απεικονιστικών εξετάσεων, καθώς επιχειρεί να κάνει διαφορική διάγνωση και να καταλήξει τελικά σε αυτήν της αρθρίτιδας.

Αν και η διαδικασία μπορεί να πάρει χρόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, η επίδειξη επιμέλειας παίζει μεγάλο ρόλο:

Μια ακριβής διάγνωση είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση ενός κατάλληλου θεραπευτικού σχήματος.

Αυτοέλεγχος

Οι περισσότεροι άνθρωποι που βιώνουν πόνο στις αρθρώσεις  για πρώτη φορά πιστεύουν ότι έχουν έναν μικρό τραυματισμό – όχι αρθρίτιδα.

Αλλά εάν ο ασθενής αντιμετωπίζει συμπτώματα των αρθρώσεων που διαρκούν τρεις ημέρες ή περισσότερο, ή αρκετά επεισόδια συμπτωμάτων των αρθρώσεων μέσα σε ένα μήνα, θα πρέπει να απευθυνθεί στο γιατρό του.

Τα προειδοποιητικά σημάδια της αρθρίτιδας περιλαμβάνουν πόνο στις αρθρώσεις,  δυσκαμψία, πρήξιμο, δυσκολία στη μετακίνηση μιας άρθρωσης μέσα στα πλαίσια του φυσιολογικού εύρους κίνησής της, ερυθρότητα και ζεστασιά.

Κανείς δε θα πρέπει να αφήσει τα συμπτώματα να επιμένουν δίχως συμβουλές από τον ορθοπαιδικό.

Ο ασθενής θα πρέπει να είναι έτοιμος να παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από το ατομικό του ιατρικό ιστορικό: τη λίστα των φαρμάκων που λαμβάνει (εφόσον λαμβάνει), τις αλλεργίες που έχει, τα υποκείμενα νοσήματα (εφόσον υπάρχουν) και αν για αυτά λαμβάνονται θεραπείες, τις ασθένειες που αντιμετώπισε στο παρελθόν, καθώς και το όνομα και τον τρόπο επικοινωνίας με τον οικογενειακό γιατρό εφόσον αυτός υπάρχει.

Κρατώντας ένα ημερολόγιο συμπτωμάτων, ο ασθενής είναι ευκολότερο να ανακαλέσει το ιατρικό ιστορικό του και να παρακολουθήσει γεγονότα σχετικά με την κατάστασή του.

Με το ημερολόγιο, μπορεί να δώσει στον επιβλέποντα μια καλή συνολική εικόνα των συμπτωμάτων που αντιμετωπίζει.

Ακόμα και αν έχει διαγνωστεί με μία μορφή αρθρίτιδας, τα συμπτώματά του μπορεί να υποδεικνύουν την ύπαρξη μιας δεύτερης πάθησης.

Εργαστηριακές εξετάσεις

Κατά την πρώτη επίσκεψη, ο θεράπων γιατρός θα πραγματοποιήσει μία πλήρη κλινική εξέταση για να παρατηρήσει τυχόν ορατά σημεία και συμπτώματα που υποδεικνύουν αρθρίτιδα.

Μετά την ολοκλήρωση της λήψης του ιατρικού ιστορικού και της φυσικής εξέτασης, ο θεράπων γιατρός πιθανότατα θα χρειαστεί περισσότερες πληροφορίες.

Οι εξετάσεις αίματος μπορούν να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες και συχνά χρησιμεύουν για να επιβεβαιώσουν αυτό που υποψιάζεται ο θεράπων γιατρός.

Οι εξετάσεις αίματος χρησιμοποιούνται επίσης για την παρακολούθηση της εξέλιξης της νόσου και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας μετά την διάγνωση.

Κατά την αρχική επίσκεψη του ασθενούς, ο θεράπων γιατρός πιθανότατα θα παραγγείλει μερικές από τις ακόλουθες εξετάσεις με βάση το ιατρικό ιστορικό και την εξέτασή που διενήργησε:

Γενική εξέταση αίματος

Αυτή μπορεί να παρέχει πληροφορίες σχετικά με:

Τα ερυθρά αιμοσφαίρια: Η χρόνια φλεγμονή μπορεί να προκαλέσει χαμηλό αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων: Ένας αυξημένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων υποδηλώνει την πιθανότητα ενεργού λοίμωξης.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν κορτικοστεροειδή μπορεί να έχουν αυξημένο αριθμό λευκών αιμοσφαιρίων λόγω της φαρμακευτικής αγωγής.

Αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης: Η χαμηλή αιμοσφαιρίνη και ο χαμηλός αιματοκρίτης μπορεί να είναι ενδεικτικές  αναιμίας  που σχετίζεται με χρόνιες ασθένειες ή πιθανή αιμορραγία που προκαλείται από φάρμακα.

Αριθμός αιμοπεταλίων: Ο  αριθμός των αιμοπεταλίων είναι συχνά υψηλός σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, ενώ ορισμένα ισχυρά φάρμακα αρθρίτιδας μπορεί να προκαλέσουν χαμηλά αιμοπετάλια.

Εξετάσεις πρωτεϊνών και αντισωμάτων

Αντικυκλικό κιτρουλινωμένο τεστ αντισωμάτων πεπτιδίων (anti-CCP): Η συγκεκριμένη εξέταση πολύ συχνά ζητείται για ασθενείς οι οποίοι σύμφωνα με τις υποψίες του γιατρού, ενδέχεται να έχουν ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Μία μέση ή μία υψηλή τιμή της anti-CCP ουσιαστικά επιβεβαιώνει τη διάγνωση για ένα άτομο που κλινικά έχει τα συμπτώματα της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.

Η εξέταση του CCP είναι πιο ειδική από την εξέταση για ρευματοειδή παράγοντα.

Στην κλινική πράξη, τόσο η δοκιμή ρευματοειδούς παράγοντα όσο και η δοκιμή του CCP θα πρέπει να διατάσσονται από κοινού.

Αντιπυρηνικά αντισώματα (ANA): Τα αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ) είναι αντισώματα που παράγει ο οργανισμός έναντι συστατικών του πυρήνα των δικών του κυττάρων.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη αυτοάνοσης ασθένειας.

Τα αντιπυρηνικά αντισώματα χρησιμοποιούνται συνήθως για να αποκλεισθεί ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE), επειδή το 95 έως 99% των ασθενών με ΣΕΛ έχουν θετικά ΑΝΑ.

Στην εξέταση ΑΝΑ όταν χρησιμοποιείται η μεθοδολογία του έμμεσου ανοσοφθορισμού, γίνονται ορατά διάφορα μοτίβα φθορίζουσας χρώσης: ομοιογενής, πυρηνισκικός, περιφερειακός, και στικτός.

Αυτά τα μοτίβα βοηθούν στη διάγνωση συγκεκριμένων αυτοάνοσων νοσημάτων.

Ρευματοειδής παράγοντας: Ο ρευματοειδής παράγοντας ή πιο σωστά οι ρευματοειδείς παράγοντες (RF), είναι αντισώματα τα οποία κατευθύνονται έναντι του τμήματος Fc της ανοσοσφαιρίνης IgG.

C Αντιδρώσα Πρωτεΐνη (CRP): Η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη παράγεται από το ήπαρ μετά από τραυματισμό ή φλεγμονή των ιστών.Τα επίπεδα CRP στο πλάσμα αυξάνονται γρήγορα μετά από περιόδους οξείας φλεγμονής ή λοίμωξης, καθιστώντας αυτή τη δοκιμή ακριβέστερο δείκτη της δραστηριότητας της νόσου από το ποσοστό ιζήματος, το οποίο αλλάζει πιο σταδιακά.

Ιστική τυποποίηση για τα HLA: Τα αντιγόνα ιστοσυμβατότητας  (HLA) είναι πρωτεΐνες στην επιφάνεια των κυττάρων.Συγκεκριμένες πρωτεΐνες HLA είναι γενετικοί δείκτες για ορισμένες από τις ρευματικές ασθένειες.

Οι εξετάσεις μπορούν να καθορίσουν εάν υπάρχουν ορισμένοι γενετικοί δείκτες.

Το HLA-B27 έχει συσχετιστεί με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα  και άλλες  σπονδυλοαρθροπάθειες. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα σχετίζεται με το HLA-DR4.

Άλλα

Ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων: Η ταχύτητα καθίζησης των ερυθροκυττάρων (ESR) είναι ένας μη ειδικός δείκτης της παρουσίας φλεγμονής.

Μη ειδική φλεγμονή σημαίνει ότι η φλεγμονή υπάρχει κάπου στο σώμα, αλλά η εξέταση δεν προσδιορίζει τη θέση ή την αιτία της.

Ουρικό οξύ:Υψηλά επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα (γνωστά ως υπερουριχαιμία) μπορούν να προκαλέσουν τη δημιουργία κρυστάλλων που εναποτίθενται στις αρθρώσεις και τους ιστούς.

Για ορισμένους τύπους συστηματικών ρευματικών παθήσεων, οι βιοψίες ορισμένων οργάνων μπορούν να παρέχουν σημαντικές διαγνωστικές πληροφορίες.

Επίσης, η απλή ανάλυση υγρών της πάσχουσας άρθρωσης μπορεί να παρέχει σε έναν γιατρό  πολλές λεπτομέρειες σχετικά με την υγεία της άρθρωσης ενός ατόμου.

Απεικονιστικές μέθοδοι

Οι απεικονιστικές μέθοδοι είναι επίσης πολύ χρήσιμες για την κατάληξη στη σωστή διάγνωση.

Ο επιβλέπων γιατρός μπορεί να ζητήσει ακτινογραφία η οποία θα αποκαλύψει τις παραμορφώσεις και τη φθορά και μη φυσιολογική εικόνα.

Παρά το γεγονός ότι οι ακτινογραφίες γενικά είναι χρήσιμες, ωστόσο δεν απεικονίζουν τον χόνδρο, τους μύες και τους συνδέσμους.

Επιπρόσθετα, αυτό που φαίνεται στην ακτινογραφία δε συσχετίζεται πάντα με αυτό που νιώθει ο ασθενής.

Για παράδειγμα μπορεί να υπάρχει σοβαρή βλάβη και η ακτινογραφία να μη δείχνει τίποτα ή και το αντίστροφο.

Η Μαγνητική τομογραφία (MRI) είναι μια μη επεμβατική τεχνική ιατρικής απεικόνισης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή λεπτομερών εικόνων τόσο της ανατομίας όσο και της φυσιολογίας του ανθρώπινου σώματος.

Μια πολύ ακριβής εικόνα μπορεί να δημιουργηθεί από μια προηγμένη συσκευή εξοπλισμένη με έναν πολύ ισχυρό μαγνήτη και μια ποικιλία εξειδικευμένων πηνίων που εκπέμπουν και δέχονται κύματα ραδιοσυχνοτήτων που αλληλεπιδρούν με άτομα υδρογόνου μέσα στο σώμα μας.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση σχεδόν σε κάθε μέρος του σώματος και πιο συχνά χρησιμοποιείται για να εξετάσει τον εγκέφαλο, τις αρθρώσεις και στους δίσκους της σπονδυλικής στήλης.

Διαφορική διάγνωση

Ένα μόνο σύμπτωμα ή ένα μόνο αποτέλεσμα εξετάσεων δεν είναι αρκετό για τη διάγνωση ενός συγκεκριμένου τύπου αρθρίτιδας ή μίας ρευματικής νόσου.

Ορισμένα μοτίβα συμπτωμάτων και εξετάσεις συνδυάζονται για να αποκλείσουν  ορισμένες ασθένειες και να αποφασίσουν  μια οριστική διάγνωση.

Για να γίνει το πράγμα ακόμα πιο περίπλοκο, υπάρχει η πιθανότητα ο ασθενής να έχει περισσότερες από μία ρευματικές παθήσεις ταυτόχρονα.

Η οστεοαρθρίτιδα μπορεί συχνά να διαφοροποιηθεί από τους φλεγμονώδεις τύπους αρθρίτιδας από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τις εξετάσεις αίματος.

Εάν υφίστανται συμπτώματα που να παραπέμπουν σε αρθρίτιδα των χεριών, πρέπει να μελετηθούν συγκεκριμένα μοτίβα προσβολής των αρθρώσεων των δακτύλων ανάλογα με τον τύπο της αρθρίτιδας καθώς και τις διαφορές στο πρήξιμο,  την ακαμψία και την παρουσία των οζιδίων του Heberden.

Η αιμοχρωμάτωση είναι διαταραχή του μεταβολισμού του σιδήρου, η οποία μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη.

Οι ασθενείς με αιμοχρωμάτωση συσσωρεύουν περισσότερο σίδηρο από όσο χρειάζεται ο οργανισμός τους.

Καθώς το σώμα δεν έχει τρόπο να αποβάλλει την περίσσεια σιδήρου, παρουσιάζεται προοδευτική συγκέντρωση σιδήρου στους ιστούς και τα όργανα.

Τελικά, η υπερφόρτωση σιδήρου μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργία και κατάρρευση των διαφόρων οργάνων, κυρίως της καρδιάς, του ήπατος, και της ενδοκρινούς μοίρας του παγκρέατος.

Οι επιπλοκές περιλαμβάνουν αρθρίτιδα, διαβήτη, κίρρωση του ήπατος, καρδιακή ανεπάρκεια ή αρρυθμίες, και αύξηση της μελάγχρωσης του δέρματος που ονομάζεται χαλκόχροη χροιά δέρματος.

Η αιμοχρωμάτωση μπορεί να προσομοιάσει, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα συμπτώματα στον καρπό και στο χέρι την οστεοαρθρίτιδα.

Εάν επηρεάζεται μόνο μία άρθρωση, τα συμπτώματα μπορεί να οφείλονται σε ανωμαλίες των μαλακών ιστών όπως τενοντίτιδα,  θυλακίτιδα,  ενθεσίτιδα,μυϊκή καταπόνηση ή διάφορα σχετικά σύνδρομα.

Εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας είναι ασαφή, διφορούμενα ή αρνητικά, μπορεί να γίνει περαιτέρω έλεγχος για την αναζήτηση αυτοάνοσων διαταραχών, ασθενειών του συνδετικού ιστού και χρόνιων ασθενειών όπως:

  • Ινομυαλγία
  • Νόσος του Lyme
  • Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα
  • Παρανεοπλασματικά σύνδρομα
  • Ρευματοειδής πολυμυαλγία
  • Ψωριασική αρθρίτιδα
  • Σαρκοείδωση
  • Σύνδρομο Σιόγκρεν
  • Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (λύκος)

Εν κατακλείδι

Η κατάληξη στη διάγνωση για την αρθρίτιδα μπορεί να μοιάζει με μία επίπονη διαδικασία ιδιαίτερα αν ο ενδιαφερόμενος αναζητά γρήγορες απαντήσεις.

Επομένως απαιτείται η υπομονή του ασθενούς καθώς ο θεράπων γιατρός ενώνει τα κομμάτια του παζλ.

Η διάγνωση είναι στην ουσία η αφετηρία του να μάθει κανείς να διαχειρίζεται την πάθησή του

. Τα επόμενα βήματα είναι να κατανοήσει κανείς τον τύπο της αρθρίτιδας καθώς και τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές.

Συχνές ερωτήσεις

Ποιοι είναι οι πιο συνηθισμένοι τύποι αρθρίτιδας;

Το Ίδρυμα Αρθρίτιδας ταξινομεί τους περισσότερους από 100 τύπους αρθρίτιδας σε τέσσερις κατηγορίες: εκφυλιστικές, φλεγμονώδεις, μολυσματικές και μεταβολικές.

Η εκφυλιστική αρθρίτιδα περιλαμβάνει την οστεοαρθρίτιδα,  η οποία είναι η πιο κοινή μορφή αρθρίτιδας.

Η φλεγμονώδης αρθρίτιδα περιλαμβάνει τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, μια ακόμα από τις πιο κοινές μορφές.

Η μεταβολική αρθρίτιδα περιλαμβάνει την ουρική αρθρίτιδα, μεταξύ άλλων καταστάσεων, ενώ η μολυσματική αρθρίτιδα μπορεί να προκληθεί από βακτήρια ή μύκητα ή ιό.

Ποιες εξετάσεις επιβεβαιώνουν τη διάγνωση της αρθρίτιδας;

Εκτός από τις φυσικές εξετάσεις και το ιατρικό ιστορικό, ο θεράπων γιατρός είναι πιθανό να κάνει αρκετές εξετάσεις αίματος και απεικονιστικές εξετάσεις για να επιβεβαιώσει την υποψία αρθρίτιδας.

Μία γενική αίματος θα βοηθήσει στον εντοπισμό δεικτών στο αίμα που σχετίζονται με τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και άλλες μορφές φλεγμονώδους αρθρίτιδας.

Οι ακτινογραφίες και οι μαγνητικές τομογραφίες είναι τυπικές απεικονιστικές εξετάσεις που χρησιμοποιούνται για την αποκάλυψη της βλάβης των οστών και των αρθρώσεων που χαρακτηρίζουν την οστεοαρθρίτιδα.

Στην αρθρόκεντηση, το αρθρικό υγρό αφαιρείται από την άρθρωση για να ελεγχθεί για ουρικό οξύ (ένδειξη ουρικής αρθρίτιδας) και δείκτες άλλων μορφών αρθρίτιδας.

Διάγνωση Αρθρίτιδας
Copy link
Powered by Social Snap